Το αμερικανικό λιανεμπόριο – Συνοπτική παρουσίαση

Γονική Κατηγορία: Άρθρα για το franchising

Κατηγορία: Ανάπτυξη στο Εξωτερικό

Εμφανίσεις: 963

Αν και η ιδιωτική κατανάλωση αποτελεί παραδοσιακά τον «κινητήριο μοχλό» της αμερικανικής οικονομίας, με συμβολή στο ΑΕΠ της τάξεως του 70% περίπου, κατά το μεγαλύτερο ποσοστό της αφορά υπηρεσίες και δευτερευόντως καταναλωτικά αγαθά. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο όγκος λιανικών πωλήσεων στις ΗΠΑ (περί τα 4 τρις δολ. ετησίως ή σχεδόν το ¼ του ΑΕΠ) είναι εντυπωσιακός και δε συγκρίνεται με οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο.
Το λιανεμπόριο στις ΗΠΑ είναι πλήρως απελευθερωμένο από ρυθμίσεις (deregulated) και πολλά καταστήματα λειτουργούν επτά ημέρες την εβδομάδα, ενίοτε, δε, και 24 ώρες την ημέρα (τα επονομαζόμενα “7/24”). Ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό πωλήσεων πραγματοποιείται μέσω του Διαδικτύου. Οι λίαν επιθετικές τεχνικές marketing-διαφήμισης, οι οποίες, άλλωστε, ξεκίνησαν από τις ΗΠΑ, σε συνδυασμό με τις συνεχείς εκπτώσεις (οι οποίες είναι επίσης ελεύθερες, χωρίς χρονικό περιορισμό) αποσκοπούν στην αύξηση των πωλήσεων και πέραν του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, με αποτέλεσμα κατάχρηση πιστωτικών καρτών -το χρεωστικό υπόλοιπο των οποίων το 2007 υπερέβη για πρώτη φορά το 1 τρις δολ.- και λοιπών δανείων. Ειδικά για την αγορά αυτοκινήτων, η οποία στις ΗΠΑ αντιπροσωπεύει το ¼ του συνόλου των λιανικών πωλήσεων ή περί το 1 τρις δολ. ετησίως, χρησιμοποιούνται πολλοί τύποι καταναλωτικών δανείων, γνωστά ως “automobile loans”, με διάρκεια αποπληρωμής συνήθως από 12 έως 72 μήνες. Τα εν λόγω δάνεια χορηγούνται σε ποσοστό σχεδόν 40% από τις Τράπεζες και σε ποσοστό άνω του 60% από τα χρηματοπιστωτικά τμήματα των ίδιων των κατασκευαστών αυτοκινήτων, που συνήθως προσφέρουν επιτόκια κατά πολύ χαμηλότερα του μέσου όρου της αγοράς (ενίοτε, δε, και μηδενικά).
Από τις ΗΠΑ επίσης ξεκίνησαν, ήδη από τη δεκαετία του 1950, και τα μεγάλα εμπορικά κέντρα (shopping malls), που ενίοτε φιλοξενούν εκατοντάδες καταστήματα, συμπεριλαμβανομένων υποκαταστημάτων των κατωτέρω (βλ. σελ. 3-6) αλυσίδων. Σήμερα, τα τρία μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα στις ΗΠΑ -ως προς την επιφάνειά τους- είναι το King of Prussia στην Πενσυλβάνια (260.000 τετρ. μέτρα, 400 καταστήματα), το Mall of America στη Μιννεσότα (257.000 τετρ. μέτρα, 522 καταστήματα) και το South Coast Plaza στην Καλιφόρνια (250.000 τετρ. μέτρα, 280 καταστήματα).
Ως προς τις πρόσφατες τάσεις του λιανεμπορίου, σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία που ανακοινώθηκαν στα μέσα Απριλίου 2008, κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους (Ιανουάριος-Μάρτιος) οι λιανικές πωλήσεις στις ΗΠΑ ανήλθαν σε 1 τρις 80 δις δολ., φαινομενικά αυξημένες κατά 2,9% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2007. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για ανησυχητικά χαμηλή αύξηση, που καταδεικνύει τη γενικότερη πορεία της αμερικανικής οικονομίας προς την ύφεση: θα ήταν μείωση, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η δραματική αύξηση της τιμής των καυσίμων και, δευτερευόντως, των τροφίμων.
Ειδικότερα, στις 13 μεγάλες κατηγορίες της λιανικής, ο κλάδος των πωλήσεων οχημάτων και ανταλλακτικών κατέγραψε πωλήσεις 216,8 δις με πτώση 2,4%, ο κλάδος των επίπλων κατέγραψε πωλήσεις 27,5 δις με πτώση 6,1%, ο κλάδος των ηλεκτρονικών και οικιακών συσκευών κατέγραψε πωλήσεις 26,4 δις με άνοδο 1%, ο κλάδος των δομικών υλικών και ειδών κήπου κατέγραψε πωλήσεις 73 δις με πτώση 4,6%, ο κλάδος των τροφίμων-ποτών (πλην εστιατορίων) κατέγραψε πωλήσεις 143,2 δις με άνοδο 4,7%, ο κλάδος των πρατηρίων βενζίνης κατέγραψε πωλήσεις 111,8 δις με εντυπωσιακή άνοδο 21,4% (αποκλειστικά και μόνο λόγω της αύξησης της τιμής της βενζίνης), ο κλάδος των φαρμακείων (που στις ΗΠΑ πωλούν και άλλα είδη, λ.χ. τρόφιμα) κατέγραψε πωλήσεις 61,2 δις με άνοδο 4,1%, ο κλάδος ενδυμάτων-υποδημάτων κατέγραψε πωλήσεις 48,4 δις με πτώση 0,1%, ο κλάδος των βιβλιοπωλείων-δισκοπωλείων-ειδών χόμπι κατέγραψε πωλήσεις 20,4 δις με άνοδο 4,7%, ο κλάδος των πολυκαταστημάτων-γενικού εμπορίου κατέγραψε πωλήσεις 132,9 δις με άνοδο 1,8%, ο κλάδος των λιανικών πωλήσεων εκτός καταστήματος κατέγραψε πωλήσεις 78,7 δις με άνοδο 6,7%, ο κλάδος των εστιατορίων (που στις ΗΠΑ θεωρούνται επιχειρήσεις λιανικής πώλησης) κατέγραψε πωλήσεις 111,3 δις με άνοδο 4,5%, και, τέλος, ο κλάδος των λοιπών καταστημάτων λιανικής κατέγραψε πωλήσεις 28,4 δις με άνοδο 1,6%.
Αν και στις ΗΠΑ εξακολουθούν να υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεις λιανικής, ιδίως στην εστίαση, οι τάσεις συγκέντρωσης και δημιουργίας ολιγοπωλίων είναι ορατές σε ορισμένους υποκλάδους. Δέκα πολύ μεγάλες επιχειρήσεις παναμερικανικής -ενίοτε, δε, και παγκόσμιας εμβέλειας- κατέγραψαν η κάθε μία πωλήσεις άνω των 20 δις δολ. το 2006. Κατά σειρά μεγέθους (με βάση τις εν λόγω πωλήσεις), οι επιχειρήσεις αυτές ήταν οι εξής:
1. Ο κολοσσός WAL-MART, ιδρυθείς το 1962 με έδρα το Bentonville του Άρκανσω, είναι πλέον η μεγαλύτερη σε πωλήσεις (351,1 δις δολ. το 2006) αμερικανική επιχείρηση ανεξαρτήτως κλάδου, καθώς και ο μεγαλύτερος εργοδότης της χώρας (1.900.000 εργαζόμενοι). Η μετοχή της συμμετέχει στο γενικό δείκτη DJIA του Χρηματιστηρίου NYSE της Ν.Υόρκης, με τις 30 σημαντικότερες εισηγμένες εταιρείες. Ανήκει στον κλάδο του γενικού εμπορίου με έμφαση στις χαμηλές τιμές-εκπτώσεις και περιλαμβάνει 4 διαφορετικά είδη καταστημάτων: χρονολογικά προηγήθηκαν τα «discount stores» (1962), που σήμερα είναι 971 μόνο στις ΗΠΑ, με μέση επιφάνεια 9.500 τετρ. μέτρα. Ακολούθησαν (1983) τα απευθυνόμενα μόνο σε μέλη-συνδρομητές «Sam’s club», που αριθμούν 561. Το 1988 εισήχθη η πιο δημοφιλής κατηγορία (2.447 σήμερα), τα τεράστια «super-centers», με μέση επιφάνεια 18.000 τετρ. μέτρα. Τέλος, το 1998 δημιουργήθηκαν τα πρώτα από τα 132 σήμερα «neighborhood groceries», με μέση επιφάνεια 3.900 τετρ. μέτρα και ειδίκευση στα είδη διατροφής.
2. Η αλυσίδα ειδών σπιτιού και κήπου HOME DEPOT, με πωλήσεις 90,8 δις δολ και προσωπικό 305.000 εργαζομένους. Ιδρύθηκε το 1978 στην Ατλάντα της Γεωργίας και σήμερα έχει 2.141 υποκαταστήματα στις ΗΠΑ, τον Καναδά, το Μεξικό και την Κίνα. Η μέση επιφάνεια ενός εκάστου είναι σχεδόν 10.000 τετρ. μέτρα. Και αυτής της εταιρείας η μετοχή συμμετέχει στο γενικό δείκτη DJIA του Χρηματιστηρίου NYSE της Ν.Υόρκης.
3. Το κατάστημα γενικού εμπορίου COSTCO WHOLESALE, απευθυνόμενο μόνο σε μέλη-συνδρομητές, που ιδρύθηκε το 1983 (την ίδια χρονιά με το ανταγωνιστικό «Sam’s club» της WAL-MART) στην Πολιτεία Ουάσινγκτον. Έχει 52 εκ. μέλη από 28 εκ. νοικοκυριά, πραγματοποίησε πωλήσεις ύψους 60,2 δις δολ. και απασχολεί 132.000 προσωπικό. Και αυτό αποδίδει έμφαση στις ιδιαίτερα χαμηλές τιμές, με αποτέλεσμα πολλά από τα προϊόντα του να είναι τύπου «ιδιωτικής ετικέτας» (private label).
4. Το κατάστημα γενικού εμπορίου TARGET, που ιδρύθηκε το 1902 στη Μιννεάπολη της Μιννεσότας και μέχρι το 1962 ήταν γνωστό ως DAYTON DRY GOODS. Σήμερα αριθμεί 1.591 υποκαταστήματα, με επιφάνεια έως 16.000 τετρ. μέτρα, πραγματοποίησε πωλήσεις ύψους 59,5 δις δολ. το 2006 και απασχολεί 352.000 υπαλλήλους.
5. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και η SEARS HOLDINGS, που στην αρχική της μορφή ιδρύθηκε το 1886 στο Σικάγο και ήταν, μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα περίπου, η κορυφαία αμερικανική επιχείρηση λιανικής, πραγματοποιώντας ιδίως ταχυδρομικές πωλήσεις μέσω καταλόγων. Το κτίριο των γραφείων της στο Σικάγο (1974), που σήμερα έχει πωληθεί, παραμένει το υψηλότερο κτίριο στις ΗΠΑ, ενώ το μεγαλύτερο υποκατάστημά της έχει επιφάνεια 76.000 τετρ. μέτρα. Οι πωλήσεις της ανέρχονται σε 53 δις δολ. και το προσωπικό σε 350.000. Το 2005, συγχωνεύτηκε με την επίσης σημαντική αλυσίδα λιανικής K-Mart, τα καταστήματα της οποίας διατήρησαν την επωνυμία τους.
6. Η αλυσίδα ειδών σπιτιού και κήπου LOWE’S, που ιδρύθηκε το 1921 στη Β.Καρολίνα. Οι ετήσιες πωλήσεις της είναι 46,9 δις δολ. και το προσωπικό της 157.000. Το 1999, εξαγόρασε την ανταγωνιστική Eagle Hardware & Garden και το Δεκέμβριο του 2007 επεκτάθηκε και στον Ν. Καναδά, όπου αριθμεί ήδη 6 καταστήματα.
7. Το κατάστημα ηλεκτρονικών ειδών BEST BUY είναι μακράν το μεγαλύτερο του είδους του στις ΗΠΑ, με μερίδιο αγοράς 21%. Ιδρύθηκε το 1966 στη Μινεσότα ως Sound of Music, αρχικά με εξειδίκευση στα ηχοσυστήματα, και έλαβε τη σημερινή του ονομασία το 1983. Αριθμεί ήδη πάνω από 1.150 υποκαταστήματα σε πολλές χώρες, που μέχρι το τέλος της δεκαετίας θα αυξηθούν σε 1.800. Οι πωλήσεις του το 2006 ήταν 30,8 δις δολ. και το προσωπικό του 128.000.
8. Η εταιρεία πολυκαταστημάτων -με έμφαση στην ένδυση- MACY’s (γνωστή έως το 2007 ως FEDERATED) ιδρύθηκε το 1929 στο Κολόμπους του Οχάιο και έχει έδρα στο Σινσινάτι της ίδιας Πολιτείας. Το 2006 πραγματοποίησε πωλήσεις ύψους 28,7 δις δολ το 2006. Το προσωπικό της είναι 188.000 εργαζόμενοι. Σήμερα, διατηρεί δύο διακριτές εμπορικές επωνυμίες: την BLOOMINGDALE’s, που αφορά 36 μόνο πολυκαταστήματα με προϊόντα υψηλής ποιότητας και πραγματοποιεί 10% των πωλήσεων του ομίλου, και την MACY’s, που αφορά 812 πολυκαταστήματα με προϊόντα ιδίως μεσαίας ποιότητας και πραγματοποιεί 90% των πωλήσεων του ομίλου (σημειωτέον ότι το πρώτο MACY’s, που αποτελεί μέχρι και σήμερα το “flagship store” της αλυσίδας, καθώς έχει επιφάνεια πάνω από 90.000 τετρ. μέτρα, ιδρύθηκε στη Υόρκη το 1858 και πέρασε πολύ αργότερα στον έλεγχο της FEDERATED). Μέχρι το Νοέμβριο του 2006, στον όμιλο ανήκε και η αλυσίδα των 55 LORD & TAYLOR, των παλαιότερων -1826- πολυκαταστημάτων της χώρας (τα οποία, με προϊόντα μεσαίας-υψηλής ποιότητας, κάλυπταν το «χάσμα» μεταξύ των MACY’s και των BLOOMINGDALE’s). To Μάιο του 2008, ανακοινώθηκε ότι στα 685 από τα 812 πολυκαταστήματα MACY’s θα λειτουργήσει, μέχρι το 2010, αυτόνομο τμήμα παιδικών παιχνιδιών του οίκου FAO Schwartz (φιλοσοφία “shop in a shop”). Η πρώτη τέτοια μπουτίκ άνοιξε πιλοτικά ήδη από το τέλος του 2007 στο κεντρικό MACY’s του Σικάγου.
9. Η εταιρεία MAC DONALD’S, ιδρυθείσα μεν το 1940 στην Καλιφόρνια, αλλά με έδρα, από το 1955, την πόλη Des Plaines του Ιλλινόι (προάστιο του Σικάγου), είναι μακράν η μεγαλύτερη -με 31.000 σημεία πώλησης σε 119 χώρες- αλυσίδα εστιατορίων στον κόσμο (τύπου “fast food”). Η μετοχή της συμμετέχει στο γενικό δείκτη DJIA του Χρηματιστηρίου NYSE της Ν. Υόρκης. Οι πωλήσεις της ανήλθαν σε 21,6 δις δολ και είναι ένας από τους μεγαλύτερους εργοδότες στις ΗΠΑ ανεξαρτήτως κλάδου, καθώς απασχολεί 465.000 υπαλλήλους (συν περίπου 1.000.000 εκτός ΗΠΑ).
10. Το κατάστημα γενικού εμπορίου JC PENNEY, που ιδρύθηκε μεν το 1902 σε μια μικρή πόλη του Ουαϊόμινγκ, όμως η έδρα του βρίσκεται πλέον στο Ντάλλας του Τέξας. Έχει 1.049 υποκαταστήματα, αλλά πραγματοποιεί και σημαντικές ταχυδρομικές πωλήσεις είτε μέσω καταλόγων είτε μέσω Διαδικτύου. Το 2006, οι πωλήσεις του ήταν περί τα 20 δις δολ. και το προσωπικό του 155.000.
Πέραν των ανωτέρω, ειδικά στην προαναφερθείσα λίαν σημαντική στις ΗΠΑ αγορά αυτοκινήτου, οι δύο μεγάλοι πρωταγωνιστές (auto dealers) είναι οι εξής: 1) Η αλυσίδα AUTONATION, με έδρα στη μητροπολιτική περιοχή του Μαϊάμι στη Φλώριδα, που ιδρύθηκε μόλις το 1996 και διαθέτει 272 σημεία πώλησης αυτοκινήτων (τόσο καινούργιων όσο και μεταχειρισμένων). Οι πωλήσεις της το 2006 ανήλθαν σε 19,3 δις δολ. και απασχολεί 26.000 υπαλλήλους. 2) Η PENSKE AUTO GROUP (γνωστή μέχρι τον Ιούλιο του 2007 ως UNITED AUTO GROUP), που ιδρύθηκε από τον ομώνυμο βετεράνο οδηγό αγώνων, Roger Penske, στο Μίσιγκαν. Διαθέτει σήμερα 170 σημεία πώλησης αυτοκινήτων στις ΗΠΑ και άλλα 145 σε 4 χώρες του εξωτερικού. Οι πωλήσεις της το 2006 ανήλθαν σε 12,1 δις δολ. (εκ των οποίων μεγάλο ποσοστό ήταν της ιαπωνικής μάρκας Toyota) και απασχολεί 16.000 υπαλλήλους.

2018-01-02T11:00:04+00:00 January 2nd, 2018|ΑΡΘΡΑ ΓΙΑ ΤΟ FRANCHISING|